Ιστορικό
Στις 14 Ιουνίου 2020, πραγματοποιήθηκαν στο Βόλο κινητοποιήσεις ενάντια στην καύση απορριμάτων από το εργοστάσιο της ΑΓΕΤ-Lafarge. Εκτός από τους κατοίκους του Βόλου, ενάντια στην καύση σκουπιδιών είχαν ταχθεί το Αχιλλοπούλειο Νοσοκομείο Βόλου, το ΤΕΕ Μαγνησίας και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, το οποίο δημοσιοποίησε έρευνα σύμφωνα με την οποία τις μισές μέρες του χρόνου καταγράφονταν στην πόλη υπερβάσεις στα μικροσωματίδια PM 2.5 και αύξηση κατά τουλάχιστον 30% στις εισαγωγές στο νοσοκομείο. Στις κινητοποιήσεις συμμετείχε και ο Βασίλης Μάγγος.
Κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης, έξω από το Δικαστικό Μέγαρο Βόλου, ο Μάγγος ξυλοκοπήθηκε από αστυνομικούς και στη συνέχεια προσήχθη στο αστυνομικό τμήμα της πόλης. Αργότερα καταγγέλθηκε ότι υπέστη επιπλέον κακοποίηση κατά τη μεταφορά και την παραμονή του στο τμήμα. Το αποτέλεσμα του ξυλοδαρμού του ήταν έξι κατάγματα πλευρών, θλάσεις στο συκώτι και τη χοληδόχο κύστη και εσωτερική αιμορραγία. Όπως αποδείχθηκε στη δικαστική διαδικασία, οι αστυνομικοί αντιλήφθηκαν την σοβαρότητα των τραυματισμών του αλλά δεν τον μετέφεραν σε νοσοκομείο.
Η βίαιη μεταχείρισή του, η οποία καταγράφηκε εν μέρει και σε βίντεο, προκάλεσε αντιδράσεις στην κοινωνία και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναδεικνύοντας το θέμα της αστυνομικής βίας και της μεταχείρισης των πολιτών από τις αστυνομικές αρχές. Ο Μάγγος δημοσίευσε καταγγελία όπου περιέγραψε τα γεγονότα και ανέφερε μεταξύ άλλων πως οι διμοιρίες ΟΠΚΕ και ΜΑΤ που του επιτέθηκαν τον γνώριζαν και τον στοχοποίησαν εξαιτίας της πολιτικής του δράσης και της συμμετοχής του σε συλλογικότητες, κάτι που επιβεβαίωσε βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου.
Ένα μήνα μετά το περιστατικό, στις 14 Ιουλίου, ο Μάγγος εντοπίστηκε από την οικογένειά του νεκρός στο δωμάτιό του, σε ηλικία 26 ετών. Η ιατροδικαστική εξέταση απέδωσε τον θάνατό του σε οξύ πνευμονικό οίδημα. Αν και ο θάνατός του δεν συνδέθηκε άμεσα με τα τραύματα του ξυλοδαρμού από ιατρική άποψη (η νεκροψία επιβεβαίωσε πως αιτία θανάτου υπήρξε η υπερβολική δόση ενός συνδυασμού ηρωίνης και συνταγογραφούμενων φαρμάκων), η οικογένειά του και αλληλέγγυοι υποστήριξαν ότι η σωματική και ψυχολογική κακοποίηση που υπέστη του προκάλεσε τρομερή κατάπτωση και λειτούργησε ως καταλύτης για τη ραγδαία επιδείνωση της κατάστασής του.
Δικαστικές διαδικασίες
Η υπόθεση του Βασίλη Μάγγου εξετάστηκε στο πλαίσιο δύο διακριτών ποινικών διαδικασιών. Η πρώτη αφορούσε τις καταγγελίες για τον ξυλοδαρμό του έξω από τα δικαστήρια και η δεύτερη τις καταγγελίες για την κακοποίηση του κατά τη μεταφορά και την παραμονή του στο αστυνομικό τμήμα.
Στην πρώτη δίκη, στο εδώλιο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου κάθισαν τρεις αστυνομικοί, οι οποίοι κατηγορούνταν για επικίνδυνη σωματική βλάβη από κοινού. Στις 3 Φεβρουαρίου 2025, το δικαστήριο τους έκρινε ενόχους και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλάκισης δύο ετών με τριετή αναστολή, ενώ τους αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου.
Για τη δεύτερη δίκη, το 2024, ασκήθηκε δίωξη σε βάρος έξι αστυνομικών για, κατά περίπτωση, βασανιστήρια, επικίνδυνη σωματική βλάβη, έκθεση και παράνομη κατακράτηση. Η δίκη πραγματοποιήθηκε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καρδίτσας, έπειτα από διαδοχικές αναβολές και διακοπές. Στις 31 Οκτωβρίου 2026, το δικαστήριο αθώωσε έναν από τους έξι αστυνομικούς και έκρινε ενόχους τους τέσσερις που υπηρετούσαν στην ΟΠΚΕ Βόλου, και τον ένα που υπηρετούσε στην Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Βόλου.
Η ποινική δίωξη έπαυσε για τις πράξεις των τριών από τους έξι αστυνομικούς εντός του οχήματος που μετέφερε τον Μάγγο στο αστυνομικό τμήμα, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι αυτές έλαβαν μεν χώρα αλλά μετέτρεψε τον νομικό τους χαρακτήρα σε σωματική βλάβη και προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, αδικήματα που δεν διώκονται αυτεπάγγελτα αλλά μόνο κατ' έγκληση.
Ο ρόλος του Γιάννη Μάγγου
Ο πατέρας του Βασίλη Μάγγου, Γιάννης Μάγγος, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη δημόσια ανάδειξη και διατήρηση του ενδιαφέροντος για την υπόθεση. Από τις πρώτες ημέρες μετά τον θάνατο του γιου του, προχώρησε σε δημόσιες παρεμβάσεις και δημοσιοποίησε στοιχεία σχετικά με τις συνθήκες της κακοποίησής. Παράλληλα, αξιοποίησε τα πορίσματα των αρμόδιων ελεγκτικών αρχών, μεταξύ των οποίων και εκείνο του Συνηγόρου του Πολίτη. Τον Ιανουάριο του 2025 απέστειλε ανοιχτή επιστολή προς τους υπουργούς Προστασίας του Πολίτη και Δικαιοσύνης, στην οποία εξέφραζε τις αντιρρήσεις του για τον τρόπο με τον οποίο είχε εξελιχθεί η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης και ζητούσε την απόδοση ευθυνών σε όλους τους εμπλεκομένους.